Παλιές Ιστορίες χωριανών

Ο Αγώνας για την επιβίωση

1).Η Ιστορία , που θα διηγηθώ στον Θωμά Κρομμύδα , σήμερα στις 21/7/2010 καθισμένη στην αυλή μου και αγναντεύοντας την Βελούνα, τον Πύργο , τον μαυρόκαμπο, την Παναγία στου Γκούμανου είναι η ζωή μου.
Ονομάζομαι Δήμητρα Μπάγια το γένος Χίνου , που γεννήθηκα και μεγάλωσα στον συνοικισμό Καραπανάτικα στο χωριό Αναβριτό (Φορτόπια)
Στο Γαρδίκι ήρθα νύφη .Τα καραπανάτικα σήμερα είναι ερημωμένα , λόγω της μετανάστευσης των  ντόπιων στην Αθήνα και στην Βρυσέλα Φιλιατών.
Όσοι γέροντες έμειναν πίσω και κρατούσαν το χωριό πέθαναν και το χωριό ερήμωσε. Μαζί με όλα τα σπίτια και στο πατρικό μου έμειναν μόνο  πέτρες. Αλλά , αν πας εκεί , καταλαβαίνεις ότι κάποτε υπήρχε ζωή από μια μουριά , που έχει μείνει όρθια μέσα στα ερείπια και ένα πηγάδι , που έχει σχεδόν σκεπαστεί. Το μόνο που σώζεται σήμερα είναι η εκκλησία της Παναγίας , που γιορτάζει το Δεκαπενταύγουστο και γίνεται πανηγύρι.
Τη συντηρούν μέχρι και σήμερα οι Καραπαναίοι και οι Φορτοπίσιοι.
Θα σας πω με λίγα λόγια για τη ζωή μου , από τα νιάτα μου μέχρι σήμερα , που γέρασα.
Τον καιρό που έμενα στα Φορτόπια , πριν πάω νύφη στο Γαρδίκι , οι ασχολίες μου ήταν στα χωράφια,  καλλιεργούσα σιτάρι και καλαμπόκι κι όπου μου έδειναν μεροκάματο πήγαινα ,
για να ζήσω. Ένας άνθρωπος , που με βοηθούσε πολύ και ανύπαντρη και  παντρεμένη και μου έδινε
δουλειές ,ήταν ο Παπαγκούβαλης (Αλεξίου) από τα Φορτόπια. Παντρεύτηκα 26 χρονών με τον Αναστάσιο Μπάγια , που ήταν 31 χρονών το Δεκέμβριο του 1954. Σχολείο πήγα μέχρι Τετάρτη τάξη του Δημοτικού, αγαπούσα το σχολείο αλλά δεν μπόρεσα να συνεχίσω λόγω του πολέμου (1940-1942) .Το 1955 γέννησα τη κόρη μου  Κατερίνα. Οι ασχολίες μου στο χωριό ήταν στα χωράφια και στα ζώα. Ο άντρας μου δεν μπορούσε να εργαστεί πολύ γιατί , είχε προβλήματα υγείας. Τα χρόνια περνούσαν δύσκολα ,είχαμε λίγα χρήματα και έτσι ο άντρας μου πήρε την απόφαση να με στείλει στην Γερμανία (ήθελα , δεν ήθελα θα πήγαινα ) και μαζί με εμένα  ήρθε και η ξαδέρφη μου η Αθηνά  Κλειτσή , που την έστειλε ο άντρας της ο Βαγγέλης Κλέιτσής.
Κινήσαμε λοιπόν μια μέρα παρέα με την Αθηνά από το Γαρδίκι για να πάμε στην Ηγουμενίτσα , για να φτιάξουμε τα χαρτιά μας. Ήταν χειμώνας , έπεφτε το χιόνι περπατούσαμε οι δύο μας και πριν φτάσουμε στην Κεραμίτσα  Θεσπρωτίας συναντήσαμε έναν άνθρωπο τον Βαγγέλη Σόραγκα.   Ευτυχώς μας πήρε με το αυτοκίνητο του που ήτανε γεμάτο χιόνι και φορτωμένα ξύλα ,καθίσαμε πάνω στα ξύλα και μας πήγε ως το Καλπάκι (Ελαία). Το βράδυ κοιμηθήκαμε στην Ελαία και το άλλο πρωί κινήσαμε για την Ηγουμενίτσα ,που κάναμε τα χαρτιά μας και μας ζήτησαν κάποια έγγραφα από το Αστυνομικό τμήμα Λιά Θεσπρωτίας.
Αυτό γινότανε για πολλές μέρες κι όταν πήγαμε εγώ και η Αθηνά , με τους άντρες μας , στο Λιά , ρώτησε ο αστυνόμος ποιος  θα πάει  στην Γερμανία ;
Και απάντησε ο άντρας μου ότι θα στείλω την γυναίκα μου ,το ίδιο είπε και ο άντρας της Αθηνάς ,και τότε ο αστυνόμος ρώτησε τον άντρα μου, γιατί δεν πάς εσύ;
Ο άντρας μου απάντησε. « Δε μπορώ έχω προβλήματα υγείας » ,και ο αστυνόμος είπε ότι  δεν είναι σωστό να στέλνετε τις γυναίκες σας στην Γερμανία.
Γυρίζοντας από τον Λιά πέρασαν μέρες με πολλές ταλαιπωρίες μία στην  Ηγουμενίτσα και  πότε στον Λιά  και η Αθηνά από αυτή την ταλαιπωρία  απογοητεύτηκε και ήθελε να τα παρατήσει. Κάποια μέρα που πηγαίναμε στην Ηγουμενίτσα βρήκαμε στον δρόμο μας τον Παπαβάγιο ,κάτσαμε σε ένα καφενείο και του είπαμε το πρόβλημα μας.
Η Αθηνά του είπε ότι θέλει να τα παρατήσει ,τότε ο Παπαβάγιος έβγαλε το πορτοφόλι του και μας έδωσε 100 δραχμές για να βγάλουμε εισιτήρια και να πηγαινοερχόμαστε.
Τελικά μετά από πολύ καιρό και με πολύ κόπο εγκρίθηκαν τα χαρτιά για να πάμε στην Γερμανία, ,χρονολογία που εγκρίθηκαν 15/5/1965.
Η κόρη μου στεναχωρήθηκε πολύ , που θα την εγκατέλειπα και κάποιο βράδυ πριν φύγω με παρακάλεσε  με δάκρια στα μάτια να μείνω λίγο ακόμα για να περάσει το Πάσχα και να φύγω μετά. Έκατσα και έφυγα μετά το Πάσχα μαζί με την ξαδέρφη μου Αθηνά , που το ίδιο ήθελαν και τα δικά της παιδιά . Έφυγα από το χωριό τον Μάιο του 1965 , μαζί με την Αθηνά φορτώσαμε τα πράγματά μας σε ένα γαϊδούρι και κινήσαμε για το Κεφαλόβρυσο. Εκεί συναντήσαμε τον Γιάννη Μήτση ( Κουδούνα )  με το αυτοκίνητο του και μας πήγε μέχρι την Βροσύνα Ιωαννίνων , όπου πήραμε το λεωφορείο για την Αθήνα.
Φτάσαμε το βράδυ στην Αθήνα και μας φιλοξένησε μια οικογενειακή φίλη του Ευάγγελου και της Αθηνάς Κλειτσή, η Ευδοξία Πέτρου. Μας καλοδέχτηκε στο σπίτι της μέχρι να τελειώσουν τα χαρτιά. Την άλλη μέρα ήρθε ο ανιψιός μου ο Χρήστος Μπάγιας , για να με πάρει να μείνω στο σπίτι του. Εκεί κάθισα 12 μέρες , πριν φύγω για την ξενιτιά.
Η Αθηνά έμεινε στην φίλη της ,ο ανιψιός μου με βοήθησε για να ετοιμαστούν τα χαρτιά για το ταξίδι. Στις 28/5/1965 φτάσαμε στον Πειραιά εκεί ήρθε και η γυναίκα του ανιψιού μου η Σταματία Καπέλλου για να μας αποχαιρετήσει ,μπήκαμε στο καράβι ( Ονομασία Κολοκοτρώνη ) με άλλους 700 ανθρώπους , που πήγαιναν για δουλειά στην ξενιτιά.
Μετά από δύο μέρες ταξίδι αποβιβαστήκαμε στην Ιταλία και πήραμε τον καρβουνιάρη (τρένο)
για  το Μόναχο ( μία μέρα ταξίδι ). Εκεί , όταν φτάσαμε δεν ξέραμε τίποτα , ούτε να μιλήσουμε ! Όλα ήταν άγνωστα , ήρθε ο διερμηνέας , φώναξε τα όνοματά μας και εμείς αναρωτιόμαστε πού μας ξέρει. Μας έβαλε στο αυτοκίνητο του και μας πήγε στο εργοστάσιο , που θα δουλεύαμε.
Κοντά εκεί ήταν τα σπίτια που θα μέναμε ( παράγκες ) , έξι γυναίκες σε ένα δωμάτιο .Ο καιρός περνούσε , προσαρμόστηκα στην δουλειά ,αναγκάστηκα να συλλαβίσω την Γερμανική γλώσσα,
γνώρισα καινούριους ανθρώπους Έλληνες και ξένους , που ο καθένας ,όμως ,είχε την δική του προσωπική ιστορία. Η νοσταλγία για το παιδί ,το σπίτι και το χωριό μου ήταν μεγάλη και μόνο μια φορά το χρόνο μπορούσα να πάρω άδεια για να πάω στην Ελλάδα ,δε μας άφηναν να φύγουμε από τη δουλειά (κάθε φορά που ταξίδευα επί 20 χρόνια περνούσα όλη την ταλαιπωρία του ταξιδιού)
Όταν τελείωσε το δημοτικό σχολείο , η κόρη μου Κατερίνα , σε ηλικία 12 χρονών , πήγε να ζήσει στην Αθήνα στο σπίτι του αδερφού μου Ευάγγελου Χίνου , γιατί ήτανε πολύ αδυνατισμένη και ταλαιπωρημένη από τις άσχημες συνθήκες , που μεγάλωνε.
Κάθισε εκεί δύο χρόνια και κάπως γέρεψε. Ήρθα  ένα καλοκαίρι με άδεια και φεύγοντας πήρα μαζί το παιδί μου σαν τουρίστρια στην Γερμανία ,μετά από δύο χρόνια πήρα και τον άντρα μου για έξι μήνες. Η κόρη μου έβγαλε στην Γερμανία άδεια εργασίας και σε ηλικία 16-17 χρονών έπιασε δουλειά στα χαρτικά ( εργοστάσιο ) . Δούλεψε στην Γερμανία για 10 χρόνια και επέστρεψε στη Ελλάδα. Εγώ έκατσα ακόμα 5 χρόνια και μετά επέστρεψα πίσω και βγήκα σε σύνταξη . Όλα τα λεφτά που έβγαζα στην Γερμανία , τα έστελνα στον άντρα μου και στο παιδί μου , για να φτιάξουμε το σπίτι στο χωριό.
Επέστρεψα επιτέλους στο χωριό ,αλλά ,δυστυχώς ,έζησα με τον άντρα μου μόνο 3 χρόνια , γιατί αρρώστησε από την επάρατο νόσο και τρέχαμε συνέχεια στα νοσοκομεία επί ενάμισι χρόνο.
Πέθανε στις 23/6/1987 και έμεινα μόνη μου και κράτησα το νοικοκυριό μου έως σήμερα.
Η κόρη μου παντρεύτηκε τον Φώτη Λυμπερόπουλο στην Αθήνα , όπου διαμένει έως και σήμερα και έτσι απέχτησα δύο εγγονές την Δήμητρα και την Σταυρούλα .
Εύχομαι η κόρη μου και οι εγγονές μου να ζήσουν καλύτερα από εμένα και να μην περάσουν αυτά που πέρασα εγώ ,αλλά και μόνο που ζω , μέχρι σήμερα ,ευχαριστώ τον θεό , γιατί με άφησε να γεράσω.

Υ.Γ ) Πήρα τη ζωή και τις ευθύνες στα χέρια μου ,γιατί έτυχε ο άντρας μου να είναι αδύναμος,
Ήθελα ,δεν ήθελα πήγα στην Γερμανία. Ήταν απόφαση ζωής για την επιβίωση μας .

( Ιστορία Δήμητρας Μπάγια.)

Πρακτικά Γιατροσόφια

2).Τα παλιά τα χρόνια ,όταν αρρώσταινε ένας άνθρωπος και πάθαινε ψυχολογικά προβλήματα ,γιατρευότανε με πρακτικά γιατροσόφια. Σ'ενα σημείο στον Κακόλακα μεταξύ Γαρδικίου και Αναβριτού ,στην τοποθεσία κακή σκάλα, υπάρχει ένα θαμνώδες φυτό , που λέγεται βουζά ή κουφοξυλιά. Εκεί ,λοιπόν ,πηγαίνανε δύο άνθρωποι αμίλητοι και παίρνανε τα κλαριά της βουζάς και τα φέρνανε στο σπίτι . Εντωμεταξύ σε όλη τη διαδρομή δε μιλάγανε. Το φυτό το παίρνανε από σημείο , που να μην ακούγεται η φωνή του κόκορα.
Το φυτό το βράζανε με νερό ,για να βγει όλη η πρασινάδα και με αυτό το νερό κάνανε μπάνιο τον ασθενή (τον κολυμπάγανε) και τον αφήνανε 40 μέρες περιορισμένο και άπλυτο. Υπήρχαν ένα ή δύο άτομα που τον φυλάγανε για να μην είναι μόνος και ισκιωθεί πάλι και για να νικήσει τους φόβους του. Σαράντα μέρες δεν έτρωγε ούτε λάδι ,ούτε τον αφήνανε να βγει έξω. Ο ασθενής ,μετά τις σαράντα μέρες ,είχε την εντύπωση ότι  θεραπεύτηκε και έτσι τον έπλεναν και συνέχιζε τη ζωή του. Ποτέ ,όμως, δε θα ξαναπήγαινε για την υπόλοιπη ζωή του ,ούτε σε κηδεία ,ούτε σε γλέντι ,ούτε σε λεχώνες για να μην επηρεαστεί πάλι. Με αυτόν τον τρόπο νικούσε τις δεισιδαιμονίες του.
Αυτό συνέβη σε δύο άτομα στο χωριό μας.

( Ιστορία Ευάγγελου Τσόκα )

Η Γέννα

3). Εκείνα τα χρόνια ,πριν το ΄40 , όλες οι γυναίκες γεννούσαν στα σπίτια τους. Ο τρόπος της γέννας ήταν βασανιστικός και επώδυνος ,γιατί γεννούσανε όρθιες με  μια τριχιά ,που ήτανε δεμένη σε ένα καδρόνι (γρεντά) της στέγης ,και ήταν  ήτου περασμένη κάτω από τις μασχάλες της γυναίκας. Την γυναίκα την κρατούσε έτσι κρεμασμένη απ'τα χέρια ένας γερός άνδρας ,μέχρι να γεννήσει. Περνούσαν 2 και 3 μέρες (ξεκουραζότανε λίγο και πάλι όρθια) .Κούνιες για τα μωρά δεν υπήρχαν ,γι'αυτό κατασκευάζανε κάτι πρόχειρες με τρία σανίδια ,που τις ονομάζανε σαρμανίτσες.
Τα παιδιά ήταν δεμένα ,ανάσκελα ,στη σαρμανίτσα τις περισσότερες ώρες της ημέρας ,επειδή οι μανάδες ήταν απασχολημένες με τις δουλειές του σπιτιού και των χωραφιών.

( Ιστορία Ευάγγελου Τσόκα )

Η άγνοια προς την τροφή

4).Φημολογείται ,εδώ στο χωριό μας ,πριν το 1900 ,ότι μία οικογένεια είχε δηλητηριαστεί από μαγειρεμένα μανιτάρια. Ήταν 5 - 6 άτομα της οικογένειας Χρήστου Κόντη.

( Ιστορία Ευάγγελου Τσόκα )

Η Αρρώστια και η ταλαιπωρία την παλιά εποχή

5).Κείνα τα χρόνια το νοσοκομείο Φιλιατών Θεσπρωτίας έγινε με μέριμνα του αείμνηστου Πέτρου Μπέμπη που, καταγότανε από τον Τσαμαντά Θεσπρωτίας και ήτανε γιατρός.
Αυτός ο άνθρωπος πέρασε από το Γαρδίκι το 1917,όπου τότε θέριζε τους ανθρώπους μια θανατηφόρα γρίπη. Πηγαίνοντας στην εκκλησία του χωριού μας, βρήκε μέσα 5 ανθρώπους πεθαμένους. Τότε συνέλαβε την ιδέα να κατασκευάσει ένα Νοσοκομείο στους Φιλιάτες. Επειδή ,όμως ,δεν υπήρχαν χρήματα ,αναγκάστηκε να πάει στην Αμερική και να κάνει έρανο από τους εκεί απόδημους πατριώτες.
Μ' αυτά τα λεφτά ,που έφερε ,και μερικά που του πρόσφερε το κράτος ,κατασκεύασε το γενικό νοσοκομείο Φιλιατών ,το οποίο λειτουργεί μέχρι σήμερα.
Οι κάτοικοι της περιοχής ,ως ένδειξη ευγνωμοσύνης ,τοποθέτησαν την προτομή του στην αυλή του Νοσοκομείου και από τότε έχουν σωθεί χιλιάδες ζωές. Πριν όμως γίνουν οι δρόμοι ,η μεταφορά των ασθενών γινότανε με τα ζώα ή με τα πόδια επάνω σε ξυλοκρέβατα. Οι πιο τυχεροί φτάνανε ζωντανοί , ενώ οι υπόλοιποι πεθαίνανε κατά τη μεταφορά τους προς το Νοσοκομείο.
Ακολουθούν μερικά παλιά περιστατικά ,που έγιναν στο χωριό μας.

α).Χαρίσης Ζώης του Κωνσταντίνου. Αυτός ο άνθρωπος υπέφερε από προστάτη και επειδή ήταν αδύνατη η μετακίνηση του ,αναγκαστήκανε να φέρουνε τον χειρούργο του Νοσοκομείου στο Χωριό μας ,τον Αθανάσιο Δεμερτζή ο οποίος του έκανε πρόχειρη επέμβαση με καθετήρα και μετά τον πήρε ο ίδιος στο Νοσοκομείο.
β).Σταματία Κρομμύδα κόρη του Θωμά (Γ) Κρομμύδα ,η οποία υπέφερε από οξεία σκωληκοειδίτιδα και μεταφέρθηκε με ζώο από το συνοικισμό Λέκουφα στο Γαρδίκι και από εκεί την μετέφερε ο Κωνσταντίνος Φωτίου στους Φιλιάτες ,που ήτανε και ο πρώτος ,που ήρθε στο χωριό μας με αμάξι.
γ).Φωτεινή κρομμύδα ,γυναίκα του Θωμά Κρομμύδα ,που έπαθε ειλεό και μεταφέρθηκε με ξυλοκρέβατο (φορείο) από το συνοικισμό Λέκουφα στην Καλλιθέα ,απόσταση 8 χιλιομέτρων με τα πόδια και νύχτα.
δ).Τσοπόκης Χρυσόστομος του Κωνσταντίνου. Ό άνθρωπος αυτός έπαθε διάτρηση στομάχου και μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο και έτσι έζησε.
ε).Τσόκας Ευάγγελος του Ζήκου. Τον Οκτώβριο του 1958 έπαθε διάτρηση στομάχου και μεταφέρθηκε και αυτός με ξυλοκρέβατο από το συνοικισμό Καραπανάτικα στο χωριό Αναβριτό και από εκεί με αμάξι στους Φιλιάτες και χάριν του Νοσοκομείου και της χειρουργικής επέμβασης ζει έως σήμερα και είναι 80 χρονών (έτος 2006) και συντέλεσε ως γραμματέας επί 30 χρόνια. Ο Ευάγγελος  Τσόκας ενέργησε και βοήθησε στη μεταφορά όλων των παραπάνω ασθενών.

( Ιστορία Ευάγγελου Τσόκα )

Η φιλία την παλιά εποχή

6).Τα παλιά τα χρόνια οι άνθρωποι πίστευαν πολύ στο δέσιμο μεταξύ τους και γι’αυτόν ακριβώς το λόγο οι φιλίες κρατούσαν χρόνια .Θα σας διηγηθώ τι σήμαιναν οι λέξεις ( Αδελφοπυτές και Βλάμηδες )
Αδελφοπυτές  ήταν όταν δύο κορίτσια ήταν φίλες από την παιδική τους ηλικία και για να κρατήσει η φιλία τους ,έως τα βαθιά γεράματά τους ,πηγαίνανε στον παπά της ενορίας τους και τις ευλογούσε ,φορούσε το πετραχήλι του και έλεγε κάποια προσευχή για να είναι πάντα σαν αδελφές .Μετά από την ευλογία και οι δύο  κοπέλες  ανταλλάσανε δώρα μεταξύ τους και στο τέλος έλεγε ο παπάς ότι όποια κοπέλα παντρευτεί πρώτη και κάνει παιδί δεν θα επιτρέψει το παιδί της να παντρευτεί το παιδί της άλλης κοπέλας ,γιατί θεωρούνταν αδέλφια. Το ίδιο γινότανε και με τους
(Βλάμηδες) .Θα αναφέρω κάποιες (Αδελφοπυτές) και κάποιους (Βλάμηδες ) ,που γνωρίζω από εκείνη την εποχή.
 
(Αδελφοπυτές) Δήμητρα Μπάγια με Αθανασία Μάνη από το Γαρδίκι
                         Δήμητρα Μπάγια με Αθηνά Κουλουγιότη από την Λίστα
                         Ελένη Μάλιου με Μαρία Μπάγια από το Γαρδίκι
                         Φωτεινή Κρομμύδα με Χαρίκλεια Μπάγια από το Γαρδίκι

(Βλάμηδες )     Χαράλαμπος Κρομμύδας με Σωτήριο Μπάγια και Αντώνη Μάνη από το Γαρδίκι
                         Χρίστος Θάνος με Βαγγέλη Χίνο από το Κεφαλοχώρι
                   Σπύρος Τσοπόκης με Αθανάσιο Μπάγια από το Γαρδίκι
                         Θωμάς. Γ. Κρομμύδας με Αντώνη Μπάγια από το Γαρδίκι
                    
( Ιστορία Δήμητρας Μπάγια.)

Παλιά έθιμα των Χριστουγέννων

7).Παλιά στις 22 Δεκεμβρίου , προπαραμονή των Χριστουγέννων σ'όλα τα χωριά ,όλοι οι κάτοικοι , σ'όλα τα σπίτια, φτιάχνανε τηγανίτες σε καμένη πλάκα στη φωτιά ,που συμβόλιζε τα σπάργανα του Χριστού.
Μετά τα Χριστούγεννα ,ερχόντουσαν τα 12μερα , που όλοι οι κάτοικοι προσπαθούσαν να μην τους βρει η νύχτα έξω από το σπίτι ,φοβούμενοι τους καλικάτζαρους. Μέσα στο σπίτι ,στο τζάκι βάζανε παλιά παπούτσια για να βρωμάνε τα δέρματα και έτσι δεν πλησιάζανε τα καλικαντζαράκια. Τα 12μερα ούτε αλλάζανε ,ούτε λουζόντουσαν για να φύγουν τα ξόρκια. Του Αγίου Βασιλιού την πρωτοχρονιά φτιάχνανε κουλούρες με τρύπα στη μέση, το πρωί την κρέμαγαν στα κέρατα του ζώου και αν έπεφτε ορθή κάτω θα γεννιότανε αγόρι ,αν έπεφτε ανάποδα θα γεννιότανε κορίτσι . Την ίδια μέρα κόβανε μια φούντα από ένα πουρνάρι και το βάζανε στη φωτιά και λέγανε ευχές( αρνιά κατσίκια θηλυκά και μοσχάρια παιδιά αρσενικά )

( Ιστορία Ευάγγελου Τσόκα )

Παλιά έθιμα της Αποκριάς

8).Κείνα τα χρόνια τις αποκριές συγκεντρωνότανε η γειτονιά σ'ένα σπίτι ,όπου το γλεντούσαν μέχρι το πρωί. Έτρωγαν πριν , ο καθένας στο σπίτι του και μετά πηγαίνανε για χορό ,τραγουδάγανε όλοι μαζί με το στόμα και χορεύανε. Φτιάχνανε μασκαράδες από τομάρι ζώου και από κέρατα κριαριού και κρεμάγανε κουδούνια και κύπρους. Την τελευταία Κυριακή των αποκριών πηγαίνανε σ'ένα σπίτι της γειτονιάς με μια σακούλα στάχτη , φωνάζοντας τη γειτόνισσα να βγει έξω και λέγοντας (όρσε καρτέρα τους ψύλλους ) . Επειδή ,όμως, το έθιμο το ξέρανε ,δύσκολα απαντάγανε.

( Ιστορία Ευάγγελου Τσόκα )

Η Δέση

9).Τα παλιά τα χρόνια τα κτήματα τα καλλιεργούσανε με ζώα, με βόδια ή με άλογα. Για να ποτίσουνε τα χωράφια ,τους πηγαίνανε στο Κεφαλόβρυσο, πηγές της Λαγκάβιτσας (παραπόταμος του Καλαμά ),όπου κατασκευάζανε ένα φράγμα (Δέση) ξύλινη κατασκευή. Για την κατασκευή της ,έπαιρναν μέρος 4 χωριά ,η Λίστα ,το Κεφαλοχώρι ,το Γαρδίκι και το Αναβρυτό . Την Δέση την φτιάχνανε από κοινού ,ενώ πριν την κατασκευάσουν , καθαρίζανε τα αυλάκια ,τα οποία είχανε μήκος 4 χιλιόμετρα περίπου.
Τα αυλάκια τα καθάριζε κάθε Κοινότητα και κάθε καλλιεργητής ,βάσει τα στρέμματα ,που είχε .Επίσης καθάριζε το αυλάκι του με μία βέργα ,που είχε μέγεθος 4 μέτρα. Η Δέση κατασκευαζότανε πιο κάτω από τα Μαντάνια (νερόμυλος), στο μύλος του (Μακριαλέξη). Η διαδικασία γινότανε ως εξής παίρνανε δίχαλα ξύλα στα οποία κάνανε μια τρύπα στο πάνω μέρος για κόντρα. Αυτό ονομαζότανε γαϊδάρα. Έπειτα ενώνανε με άλλα ξύλα και πάνω στα ξύλα βάζανε κλαριά ,φτέρες και πέτρες και έτσι υποχρεώνανε το νερό να μπει στο αυλάκι.
Στα κτήματα ,κάθε Κοινότητα υποχρέωνε 2 ποτούς να φυλάνε το νερό για να μη δημιουργούνται προβλήματα και καυγάδες και επιπλέον βάζανε ένα Νερονόμο ,ο οποίος επέβλεπε για να μη γίνεται παράνομα το πότισμα σε κάθε χωράφι.
Στο χωράφι υπήρχε ένας κοψόνος(άνοιγμα νερού) και πολλοί από τους γεωργούς βάζανε καλάθες και πιάνανε ψάρια ή χέλια ,που ερχόντουσαν από τη Δέση.

( Ιστορία Ευάγγελου Τσόκα )

Παλιοί κτηνοτρόφοι του 1964

 10) .   Είδος Ζώου

  1. Αγελάδες :
  2. Ταύροι :
  3. Επιβήτορες Ίπποι :
  4. Επιβήτορες Όνοι  :
  5. Βόες :
  6. Βουβάλια  :
  7. Ίπποι :
  8. Ημίονοι :
  9. Όνοι :
  10. Χοίροι  :
  11. Πρόβατα :
  12. Αίγες :

Οι εγγεγραμμένοι κτηνοτρόφοι του χωριού μας το διάστημα 29/ 7 /1964

  1.  Ζώης Χαρίσης  :  Βόες ( 2 )  Ημίονοι ( 1 )  Πρόβατα ( 25 )
  2.  Ζώης Αντώνιος  : Αίγες ( 32 )
  3.  Θάνου Σταματία : Όνοι ( 1 ) Αίγες ( 10 )
  4.  Θάνος Φώτιος : Βόες  ( 4 ) Ίπποι ( 1 )  Πρόβατα ( 15 ) Αίγες ( 20 )
  5.  Κωνσταντίνου Ευάγγελος  : Ίπποι ( 1 )  Πρόβατα ( 18 ) Αίγες ( 7 )
  6.  Κωνσταντίνου Σπυρίδων  : Ίπποι ( 1 ) Πρόβατα ( 24 ) Αίγες ( 6 )
  7.  Κάτσιος Παναγιώτης  : Βόες ( 2 ) Ίπποι ( 1 ) Πρόβατα ( 17 ) Αίγες ( 6 )
  8.  Κόντης Φίλιππος  : Ίπποι ( 2 ) Πρόβατα ( 15 ) Αίγες ( 5 )
  9.  Κρομμύδας Θωμάς  : Αγελάδες ( 2 ) Βόες ( 1 ) Όνοι ( 1 ) Πρόβατα ( 18 ) Αίγες ( 10 )
  10.  Λάππας Νικόλαος : Αγελάδες ( 7 ) Βόες ( 4 ) Ημίονοι ( 1 ) Όνοι ( 2 ) Πρόβατα ( 70 ) Αίγες ( 60 )
  11.  Μάνη Στασινή : Ίπποι ( 1 ) Πρόβατα ( 16 ) Αίγες ( 20 )
  12.  Μαλάμης Ιωάννης  : Ίπποι ( 1 ) Πρόβατα ( 17 ) Αίγες ( 10 )
  13.   Μάλλιου Χρυστοδούλα : Πρόβατα ( 8 ) Αίγες ( 2 )
  14.  Μάλλιος Ευάγγελος  : Ίπποι ( 1 ) Πρόβατα ( 12 ) Αίγες ( 15 )
  15.  Μαϊδώνης Κωνσταντίνος : Βόες ( 1 )  Όνοι ( 1 ) Πρόβατα ( 15 ) Αίγες ( 22 )
  16.  Μπάγιας Αναστάσιος : Ημίονοι ( 1 ) Πρόβατα ( 18 ) Αίγες ( 7 )
  17.  Τσόκας Γεώργιος : Ίπποι ( 1 ) Πρόβατα ( 20 )
  18.  Τσοπόκης Χρυσόστομος : Ίπποι ( 1 ) Πρόβατα ( 16 ) Αίγες ( 3 )
  19.  Τσιμπούκης Δημήτριος  : Αγελάδες ( 1 )  Βόες ( 1 )  Όνοι ( 1 )  Πρόβατα ( 9 )
  20.  Τσιμπούκης Ανδρέας  :  Βόες ( 1 )  Όνοι ( 1 )  Πρόβατα ( 25 ) Αίγες ( 12 )

( Ιστορία Ευάγγελου Τσόκα )

Τα παλιά παιδικά παιχνίδια

11).Τα παιχνίδια της εποχής εκείνης ήταν αυτοδημιούργητα για τα παιδιά, με τα οποία ξεχνούσανε το ξύλο από το δάσκαλο και τις τιμωρίες ,που τους έβαζε ,όταν δε διαβάζανε, την πειθαρχία των γονέων, την πείνα και την ανέχεια.
Ακολουθούν μερικά από τα παιχνίδια εκείνης της εποχής.
1).Οι κολοτούμπες : Όταν αλωνίζανε τα σιτάρια στα αλώνια τα άλογα ,που γυρίζανε γύρω γύρω και πατάγανε το σιτάρι για να ξεχωρίσει από το στάχυ και γινότανε άχυρο. Τότε οι πιτσιρικάδες της εποχής εκείνης πηγαίνανε γρήγορα και κάνανε κολοτούμπες ανάμεσα στα άλογα και οι πιο δειλοί φωνάζανε : « γρήγορα σας πάτησαν τα  άλογα » και γελάγανε.
2).Το καλέκι. Είχαν ένα ξύλο κοντό σαν βεργί (πλάστης φύλλων) ,φτιάχνανε και ένα άλλο ξύλο πιο μικρό και του κάνανε 2 μύτες και από τις 2 μεριές το βάζανε πάνω σε 2 πέτρες και το ξύλο το ονομάζανε Μπίνα.
Με το καλέκι βάζανε δύναμη πόσο μακριά θα πάει η Μπίνα και το κάνανε και τα υπόλοιπα παιδιά και όποιο ξύλο πήγαινε ποιο μακριά ,αυτός έπαιζε πρώτος.
Χτυπάγανε τις άκρες της Μπίνας και η μπίνα σηκωνότανε προς τα πάνω (50 εκ.) και έπρεπε να είχες τέχνη και ταχύτητα και να τη χτυπήσεις 1-2-3-4 φορές και όποιος έκανε τις περισσότερες , έφευγε νικητής.
3). Το κουτσό. Φτιάχνανε ένα παραλληλόγραμμο με ένα ξύλο (το χαράζανε) και μία καμπύλη , που την ονομάζανε καμάρα και λέγανε ότι όποιος δεν πατήσει τις γραμμές με κλειστά τα μάτια και βγει , είναι ο πρώτος που παίζει (έλεγαν πατώ - πατώ - πατώ - πατώ - καμάρα και βγαίνω) και έβγαινε και κέρδιζε σαν πρώτος το παιχνίδι . Αν όμως πάταγε τις γραμμές ,έχανε και έπαιζε άλλος και έτσι ξεκινούσε το κουτσό.
4).Κουταλοδρομίες
5).Σκυτάλη
6).Κυνηγητό
7).Πεντόβολα
8).Τόπι
9).Τηλέφωνο
10).Γκούλιαρας

( Ιστορία Ευάγγελου Τσόκα )

Τα Αλειφιάτικα

12).Στα χωριά της Μουργκάνας η καλαντζίτικη τέχνη ήταν η τέχνη της πρώτης ανάγκης.
Στα πρώτα χρόνια ,οι καλαντζήδες της Μουργκάνας παιδεύτηκαν και βασανίσθηκαν, αλλά με το πέρασμα των χρόνων κατατοπίστηκαν κι'έβαλαν τάξη και πρόγραμμα στη δουλειά τους.
Οι καλαντζήδες της επαρχίας Φιλιατών (περιοχή Μουργκάνα) για να φυλαχτούν από τους γνωστούς και άγνωστους πελάτες, σκέφτηκαν μια δική τους γλώσσα ,τα Αλειφιάτικα.
Ακολουθούν μερικές λέξεις που λέγανε  για να μην τους καταλαβαίνουν.
1)Βοζιώνεις αλειφιάτικα = ξέρεις καλαντζίτικα
2)Θα μαγκώσω γκόταινα = θα πάρω γυναίκα (θα παντρευτώ)
3)Κάτι φωτάει και το γκοτόπουλο = κάτι μας λέει και το παιδί
4)Τσί φωτιές = τη δουλειά σου
5)Του έχεις καπανίκα = έχεις τον διάολο μέσα σου
6)Μου τσαχτάησες την καραφίνα = Μου έφαγες το κεφάλι
7)Λάφτομε για τσαχτάισμα = πάμε για να φάμε
8)Γράζει ο ντόμος = =είναι μέσα τ'αφεντικό;
9)Έχει ντουφίσει = έχει πεθάνει
10)Φώτισε του μάσκα = πες του ψέματα
11)Πρασιουλίστηκε = κατουρήθηκε
12)Πόσο γράξει η κουρλή = τι ώρα είναι
13)Να τον μαγκώσει ο χαλίπαρης = να τον πάρει ο διάολος
14)Έβγαλε μαλιτάρια ο νιάγκρος = =έβγαλε νιάτα ο γύφτος

( Ιστορία Ευάγγελου Τσόκα )

Το ταξίδι

13).Οι κάτοικοι της περιοχής μας ,εξαιτίας της άγονης γης , αναγκαζόντουσαν από παλιά να ταξιδεύουνε στο εσωτερικό και στο εξωτερικό. Όλοι οι άντρες από την ηλικία των 12 χρονών και πάνω ταξιδεύανε και ασκούσανε διάφορα επαγγέλματα.(Γανοτίδες-βαρελάδες-τσαγκάριδες και φουρναραίοι).Τα μέρη στα οποία κατέφευγαν ήτανε «Αθήνα-Πελοπόννησο και Θεσσαλία ,όπου για να φτάσουν ,συνήθως ,ταξιδεύανε 8 μήνες έως και ένα χρόνο και πολλές φορές και 2 χρόνια. Για την επιστροφή τους πάλι τα ίδιο κάνανε. Όταν πλησίαζε ο χρόνος για να ταξιδέψουνε οι περισσότεροι από αυτούς που πήγαιναν στη Αθήνα-Πελοπόννησο και Θεσσαλία έφταναν εκεί με τα πόδια και μένανε μέχρι τα Χριστούγεννα.
Όταν επιστρέφανε στο χωριό, «φυτεύανε» ένα παιδί και το Μάρτη ξαναφεύγανε. Όλες τις εργασίες στα χωριά τις κάνανε οι γυναίκες ,επειδή οι άντρες τους ταξιδεύανε για να φέρουνε χρήματα.
Την ημέρα που θα ταξιδεύανε ,αφού είχαν ετοιμάσει τον ντορβά (σακούλι) ,βάζανε ένα μαστραπά στην πόρτα γεμάτο νερό και μέσα τοποθετούσαν κέρματα.
Την ώρα που έβγαινε στην πόρτα ,κλοτσούσε το μαστραπά και ό,τι είχε μέσα ο μαστραπάς ,τα έπαιρνε και του λέγανε: « Στο καλό, καλό δρόμο και να έρθεις με πολλά λεφτά ».

( Ιστορία Ευάγγελου Τσόκα )

Πως φτιαχνόντουσαν τα σπίτια στο χωριό

14).Όταν αποφάσιζε να κάνει κάποιος ένα σπίτι στο χωριό, έπρεπε να το σκεφτεί πολύ ,διότι δεν υπήρχαν χρήματα. Όποιος κατάφερνε και οικονομούσε κάποια λεφτά ,συμφωνούσανε με τους μαστόρους και στην τιμή ,που τους έλεγε, έβαζε και το φαγητό τους.
Για να γίνει το σπίτι ,βοηθούσανε όλοι . Κουβαλάγανε πέτρες ,ξύλα και χώμα ,αλλά σπάνια βάζανε ασβέστη ,γιατί έπρεπε να έχουνε ασβεσταριά. Όταν φτιάχνανε τη στέγη ,υπήρχε το έθιμο (όλοι οι φίλοι και οι συγγενείς να πηγαίνουν ένα μαντίλι ή πετσέτα ή σεντόνι), τα οποία οι μαστόροι τα κρεμούσανε σε ένα σταυρό ,που είχανε φτιάξει πιο πριν.
Τότε ένας από τους μαστόρους ,που είχε την πιο καλή φωνή φώναζε το όνομα αυτού που πήγαινε το δώρο και  έλεγε: «εεε καλώς όρισες να ζήσεις ».
( Ιστορία Ευάγγελου Τσόκα )

Το έθιμο του Γάμου

15).Παλιά όταν ήθελαν να παντρευτούνε ,συνήθως ,χρησιμοποιούσανε ένα προξενητή ,που τον βάζανε προς την πλευρά του γαμπρού.
Τον στέλνανε στο κορίτσι ,το οποίο θα παντρευότανε ,και της έκανε την πρόταση για τον γαμπρό. Συνήθως, εξέταζαν την οικογένεια της νύφης και εφόσον συμφωνούσανε ,δεχόντουσαν να έρθουν σε επαφή οι γονείς των παιδιών.
Τότε έκλειναν την συμφωνία και μέσα στην συμφωνία ήταν και η προίκα της κόρης.
Την ημέρα του γάμου καλούσαν τους συγγενείς και των 2 οικογενειών και ο γάμος ξεκινούσε από την Πέμπτη έως την Δευτέρα  πρωί.
Πολλές φορές η νύφη μπορούσε να είναι από άλλο χωριό. Τότε πηγαίνανε άνθρωποι και συγγενείς του γαμπρού με τα ζώα καβάλα και με τα πόδια.
Αυτοί που πηγαίνανε με το γαμπρό, είχαν μαζί τους μια σημαία (μπαϊράκι). Πηγαίνανε ,παίρνανε τη νύφη και επιστρέφανε μαζί με τους καλεσμένους της νύφης.
Κατευθυνόντουσαν προς την εκκλησία , όπου γινόταν η στέψη και από εκεί στο σπίτι του γαμπρού για να το γλεντήσουνε έως τη Δευτέρα.
Το Σάββατο ,μετά από 8 μέρες ,ο γαμπρός έπαιρνε την νύφη και την πήγαινε στο πατρικό της. Εκεί το γλεντούσαν έως το πρωί και από εκεί και ύστερα εγκαθίστατο στο σπίτι του γαμπρού.

( Ιστορία Ευάγγελου Τσόκα )

Ευχαριστούμε που διαβάσατε τις παλιές ιστορίες του χωριού μας.

Επίσης ,ευχαριστώ προσωπικά τους χωριανούς μου ,οι οποίοι μου αφηγήθηκαν τις ιστορίες που έζησαν οι
 ίδιοι ή άκουσαν από τους παλαιότερους.

Την κ. Δημητρούλα ( Α)  Μπάγια

Τον κ. Ευάγγελο (Ζ) Τσόκα.